- 6972 328 273
- mirtopotika@gmail.com
- Τρίκαλα & Γρεβενά
- Δε - Πα: Κατόπιν ραντεβού
Η κνίδωση είναι μία αντίδραση του δέρματος, συνήθως αλλεργικού ή μηχανισμού υπερευαισθησίας, που εκδηλώνεται με πομφούς (επάρματα του δέρματος) και έντονο κνησμό.
Συλλέγονται πληροφορίες σχετικά με το είδος των συμπτωμάτων, την διάρκεια και την χρονική κατανομή τους και γίνεται μία αρχική εκτίμηση της αλλεργικής πάθησης
Αναζητούνται χαρακτηριστικά ευρήματα που να μας κατευθύνουν προς μια αλλεργική πάθηση μέσα από την εξέταση του δέρματος, της μύτης και των πνευμόνων
Μέσω δερματικών και άλλων δοκιμασιών γίνεται διερεύνηση και διάγνωση της αλλεργικής πάθησης και προτείνεται η κατάλληλη θεραπεία
Η κνίδωση είναι μία αντίδραση του δέρματος, συνήθως αλλεργικού ή μηχανισμού υπερευαισθησίας, που εκδηλώνεται με πομφούς (επάρματα του δέρματος) και έντονο κνησμό. Οι βλάβες μοιάζουν με το εξάνθημα που εμφανίζεται μετά από επαφή με τσουκνίδα ή με τσιμπήματα εντόμων.
Οι πομφοί είναι σαφώς περιγεγραμμένοι, υπεγερμένοι σε σχέση με το υπόλοιπο δέρμα, συχνά έχουν ωχρό κέντρο, υποχωρούν με την πίεση και εξαφανίζονται χωρίς να αφήνουν σημάδια. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι εμφανίζονται και εξαφανίζονται γρήγορα, συνήθως μέσα σε λίγες ώρες και πάντως σε λιγότερο από 24 ώρες, ενώ μπορεί να επανεμφανιστούν σε άλλο σημείο του σώματος.
Οι βλάβες της κνίδωσης μπορεί να είναι λίγες ή πολλές, μικρές ή μεγάλες, μερικές φορές να συνενώνονται και να σχηματίζουν εικόνα «χάρτη». Μπορούν να εμφανιστούν οπουδήποτε στο σώμα και συχνά αλλάζουν θέση κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η κνίδωση συνοδεύεται από αγγειοοίδημα, δηλαδή βαθύτερο πρήξιμο του δέρματος ή των βλεννογόνων. Αυτό αφορά συνήθως τα χείλη, τα βλέφαρα, το πρόσωπο, τα αυτιά ή τα γεννητικά όργανα. Το αγγειοοίδημα συχνά προκαλεί αίσθημα τάσης ή πόνου και όχι τόσο φαγούρα, και μπορεί να διαρκεί περισσότερο από τους πομφούς.
Η κνίδωση είναι πολύ συχνή. Υπολογίζεται ότι 15–25% του γενικού πληθυσμού θα εμφανίσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο οξείας κνίδωσης κάποια στιγμή στη ζωή του. Αντίθετα, η χρόνια κνίδωση είναι σαφώς πιο σπάνια και αφορά περίπου το 1% του πληθυσμού. Δηλαδή, από όσους εμφανίσουν οξεία κνίδωση, μόνο ένα μικρό ποσοστό θα εξελιχθεί σε χρόνια μορφή.
Η διάκριση βασίζεται στη διάρκεια των συμπτωμάτων:
Το όριο των 6 εβδομάδων είναι συμβατικό, αλλά βοηθά τον γιατρό στη διαγνωστική προσέγγιση και στη διερεύνηση των αιτίων.
Όχι. Σε αντίθεση με την οξεία κνίδωση, η οποία συχνά σχετίζεται με αλλεργικές αντιδράσεις (τροφές, φάρμακα, τσιμπήματα εντόμων), η χρόνια κνίδωση σπάνια οφείλεται σε κλασική αλλεργία και δε συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο αναφυλαξίας, σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.
Η χρόνια κνίδωση μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικούς μηχανισμούς. Σε ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών σχετίζεται με αυτοάνοσες διεργασίες, όπου ο ίδιος ο οργανισμός ενεργοποιεί τα μαστοκύτταρα μέσω αυτοαντισωμάτων και συχνά συνυπάρχουν άλλα αυτοάνοσα νοσήματα. Σε μικρότερο ποσοστό, η κνίδωση συνδέεται με υποκείμενες καταστάσεις ή χρόνιες λοιμώξεις, όπως θυρεοειδοπάθειες, λοιμώξεις ή παρασιτώσεις, που λειτουργούν ως εκλυτικοί παράγοντες. Ωστόσο, περίπου στους μισούς ασθενείς, δεν ανευρίσκεται σαφές αίτιο, με τα ως τώρα διαθέσιμα μέσα.
Φυσικές ή επαγόμενες κνιδώσεις
Οφείλονται σε φυσικά ερεθίσματα όπως τριβή (δερμογραφισμός), κρύο (κνίδωση εκ ψύχους), θερμότητα, πίεση, αύξηση θερμοκρασίας σώματος, (χολινεργική κνίδωση), ήλιος, δονήσεις ή νερό. Τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά από συγκεκριμένο ερέθισμα και συνήθως υποχωρούν σχετικά γρήγορα.
Οι τροφές πολύ σπάνια αποτελούν την αιτία της χρόνιας κνίδωσης. Γι’ αυτό και αυστηρές δίαιτες αποκλεισμού συχνά εφαρμόζονται λανθασμένα.
Ωστόσο, ορισμένα τρόφιμα περιέχουν αυξημένες ποσότητες ισταμίνης και η κατανάλωση τέτοιων τροφών μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα ή να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντιισταμινικών. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι τα τρόφιμα αυτά λειτουργούν ως αλλεργιογόνα.
Όταν η κνίδωση ή το αγγειοοίδημα συνοδεύονται από συμπτώματα από άλλα συστήματα, όπως:
τότε μπορεί να πρόκειται για αναφυλαξία, η οποία απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση.
Η θεραπεία στοχεύει, όπου είναι δυνατόν, στον εντοπισμό και την απομάκρυνση του εκλυτικού παράγοντα. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, η βάση της θεραπείας είναι τα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς, τα οποία είναι ασφαλή και συχνά χρειάζεται να χορηγούνται σε αυξημένες δόσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αν τα αντιισταμινικά δεν επαρκούν, μπορεί να προστεθούν:
Η χρόνια κνίδωση είναι απρόβλεπτη, με περιόδους ύφεσης και έξαρσης. Συχνά μπορεί να υποχωρήσει απότομα, όπως ακριβώς εμφανίστηκε. Παρότι δεν απειλεί τη ζωή, επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής, τον ύπνο και την ψυχολογία. Το άγχος, με τη σειρά του, μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Με σωστή διάγνωση, τακτική παρακολούθηση και εξατομικευμένη θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να έχουν καλή καθημερινή λειτουργικότητα και έλεγχο των συμπτωμάτων.